διάγω


διάγω
перевожу; провожу (время); живу

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διάγω" в других словарях:

  • διάγω — carry over pres subj act 1st sg διάγω carry over pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγω — (AM διάγω) διαβιώ, περνώ τη ζωή ή κάποιο χρονικό διάστημα σύμφωνα με κάποιον τρόπο ή υπό ορισμένες συνθήκες νεοελλ. 1. κατοικώ, διαμένω 2. κάνω, πράττω αρχ. μσν. φρ. «διάγω ἑορτήν» εορτάζω αρχ. 1. περνώ κάτι απέναντι 2. (αμτβ.) διαβαίνω, περνώ 3 …   Dictionary of Greek

  • διάξετον — διάγω carry over aor subj act 3rd dual (epic) διάγω carry over aor subj act 2nd dual (epic) διά̱ξετον , διάγω carry over aor ind act 2nd dual (epic doric aeolic) διάγω carry over fut ind act 3rd dual διάγω carry over fut ind act 2nd dual διάγω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάξετε — διάγω carry over aor subj act 2nd pl (epic) διά̱ξετε , διάγω carry over aor ind act 2nd pl (epic doric aeolic) διάγω carry over fut ind act 2nd pl διάγω carry over aor ind act 2nd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάξομεν — διάγω carry over aor subj act 1st pl (epic) διά̱ξομεν , διάγω carry over aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) διάγω carry over fut ind act 1st pl διάγω carry over aor ind act 1st pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγάγετε — διάγω carry over aor imperat act 2nd pl διᾱγάγετε , διάγω carry over aor ind act 2nd pl (doric aeolic) διάγω carry over aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάγῃ — διάγω carry over pres subj mp 2nd sg διάγω carry over pres ind mp 2nd sg διάγω carry over pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάξει — διάγω carry over aor subj act 3rd sg (epic) διάγω carry over fut ind mid 2nd sg διάγω carry over fut ind act 3rd sg διάζομαι set the warp in the loom fut ind mp 2nd sg διαξέω smooth pres imperat act 2nd sg (attic epic) διαξέω smooth imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάξουσι — διάγω carry over aor subj act 3rd pl (epic) διάγω carry over fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διάγω carry over fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάξουσιν — διάγω carry over aor subj act 3rd pl (epic) διάγω carry over fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διάγω carry over fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαγαγόντα — διάγω carry over aor part act neut nom/voc/acc pl διάγω carry over aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)